tripaki..

day No.1. [14.11.2009]

Κρήτη. Εξωτικό Ηράκλειο. Μόλις έφτασα. Το μόνο άσχημο μέχρι στιγμής, ο ταρίφας που μου πήρε 8€ για μια απόσταση 10'. Τι λε ρε μαν? Στους ώμους με κουβάλησες? Ή μήπως το κωλάμαξό σου καίει λιωμένα ρουμπίνια? Ασταδιάλα πρωί πρωί. Δεν έχω κλείσει μάτι όλη μέρα. Είμαι 25 ώρες ξύπνια αλλά έχει πλάκα. Τσίτα η δικιά σου.
Στο αεροπλάνο διάλεξα ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ παράθυρο. Για να βγάλω καμιά κλισέ πικ τον ουρανό με τη συννεφούλα(πλάκα πλάκα, αυτή γύρισε ποτέ στον Σαββόπουλο???) και τις φίλες της. Μαγεία. Μωβ ουρανός στην ανατολή, μοσχομυριστός γαλλικός στο πλαστικό κουπάκι και εγώ να πετάω στα σύννεφα. Κυριολεκτικά, αυτή τη φορά. Α! Και το κρουασανάκι, δεν με χάλασε. Νηστικό αρκούδι, δε χορεύει, άλλωστε. Και θα μου πεις, ποιός σου πε να χορέψεις, μωρή ηλίθια; Έλα ντε! Όμπο! Πολύ με κουράζεις με τις απορίες σου, αδερφάκι μου! Άσε μεεε! Παω Κρητούλα, στις φίλες μου και όλα μοιάζουν μαγικά! Και είναι!
Ντιν-Ντοοοον! Τοκ-τοκ-τοκ.
Κοιμούνται τα πουλάκια μου. Κοίτα τα μωρέέέέ..
Κι εγώ που ξυπνάω και εύκολα, αντί να ξεραθώ στον ύπνο, κάθομαι και γράφω μαλακίες, έχει πιαστεί το αριστερό μου χέρι(στου οποίου τον αγκώνα στηρίζομαι) και πριν προλάβει να με πάρει ο ύπνος θα με ξυπνήσουν οι φωνούλες τους. Μωρ' τι καλάάάά...
Λοιπόν. Πέρα απ' το χέρι που θα μουδιάσει επικίνδυνα εντός ολίγου και θα χρειαστεί να μου το κόψουν απ' τη ρίζα(ναι, βλέπω πολλές ταινίες πολέμου), τον έχω δαγκώσει και λιγάκι. Καιρός να αρπάξω το μισό πάπλωμα απ' την Άννα.
Γι' αυτό άλλωστε είναι οι φίλες. Για να μοιράζονται τα πράγματα των άλλων. χεχ.
Καλημέρα, απ' το όμορφο (παρόλη την ασχήμια του) Ηράκλειο.
Να θυμηθώ να φαω κρέπα στα λιοντάρια. :)

day No.2. [15.11.2009]

Όλες έχουμε πονοκέφαλο. Όλες. Πολύ.
Το χθεσινό βράδυ, στο οποίο υποδεχτήκαμε τα γενέθλια του κουκουναριού, είχε ολέθρια αποτελέσματα. Όλες μετάνιωσαν για κάτι. Μόνο εγώ δεν μετάνιωσα. Ντάξει, ίσως εκείνο το υποβρύχιο (που δεν το ήπια και όλο) να μην ήταν επιλογή μου, αν γύριζα τον χρόνο πίσω.
Πονάμε.
Ξύπνησα με την Άννα, να με έχει καβαλήσει, και να έχει πάρει με το χέρι της τη στάση του "Θα σου κάνω κεφαλοκλείδωμα, παλιο@@@ίδι, αν δεν μου δώσεις τα λεφτά ή τη ζωή σου!!!!". Η θερμοκρασία του σώματός μου έτεινε να αγγίξει τους 85 βαθμούς Κελσίου. Ή έστω, έτσι ένιωθα.
Μιλάνε πολύ εδώ, οι σουσουράδες μου. Σταματώ, διότι η προσοχή μου αποσπάται.
Αδίος.

day No.3. [16.11.2009]

Εμένα, άλλωστε, μου είχε λείψει η ιδέα του Πανεπιστημίου. Του Ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου. Δεν πηγαίνω κάθε μέρα στο δικό μου. Όοοοοχι.
Πάλι γκρινιάζω, θα έλεγε κανείς. Πίνω τον όμορφο γαλλικό μου στο ΠουΤσουΚου (Πανεπιστήμιο Τσι Κρήτης), η φίλη μου επιτηρεί τα φοιτητόπουλα που γράφουν πρόοδο και εγώ χαλάω πάλι τα μάτια μου στις 10 ίντσες μου.
Η χθεσινή μέρα ήταν έπος. Φαγητό απ' τα χεράκια μας, στο σπίτι του Αλέξη. Σηκωθήκαμε (με εκείνον τον πονοκέφαλο που λέγαμε..) και αρχίσαμε τα Μαμαλάκικα και τα Βέφικα.
Από που να αρχίσω; Η Ανθούσα έφτιαξε ένα τσουκάλι γεμάτο με κάτι σαν ιμάμ(;), μπριάμ(;), αλάχ-αλάχ(;).. Δεν τα ξέρω εγώ αυτά τα ανατολίτικα. Αλλά ήταν πιο νόστιμο απ΄ την κλασική συνταγή! Τα σπασε, λέμε. Εγώ έφτιαξα μια σαλάτα, πιπεριές φλωρίνης με γέμιση φέτας και κορμό για επιδόρπιο. Η Δάφνη δούλευε, οπότε ήρθε και τα βρήκε όλα έτοιμα(και μισοφαγωμένα).. Η Στεφανίτσα, η γενεθλιάζουσα, έφτιαξε ένα ρυζότο με πιπεριές. Γροάρ. Επίσης ένα σκορδάτο τζατζίκι.  Η Αννούλα έφτιαξε κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Και μια ταλαίπωρη μανούλα ενός παιδιού που σπουδάζει στο πουτσουκού, είχε φτιάξει κάποτε κάτι φαγητά, τα οποία ο κανακάρης απλά έβγαλε απ' την κατάψυξη και ζέστανε. Τι να πεις. Ούτε να κουραστούν, αυτοί οι άντρες. Ούτε λίγος εγωισμός. Τίποτα.
Όπως και να χει, τον ευχαριστούμε, γιατι η μαμά του μαγειρεύει ωραία!
Αύριο είναι 17 Νοέμβρη και τα κομματόσκυλα οργιάζουν εδώ. Μέσα σε μια ώρα που είμαι εδώ έχουν κολλήσει τριγύρω μου 13 αφίσες. Μόνο εδώ. Και η πλάκα; Οι 12 είναι της πασπ και η 1 είναι της κνε. Θα δω πολλά σε αυτή τη ζωή. Το πιστεύω. Αλλά το πιο αστείο είναι πως η μοναδική αφίσα της κνε είναι και στραβοκολλημένη. Δηλαδή δεν έχω λόγια, πια!
Λοιπόν, σε λίγες ώρες πετάω, οπότε είναι λίγα τα ψωμιά μου εδώ. Βλέπεις, δουλεύω το βραδάκι. Πφ.
Χαιρετώ τα πλήθη(τους εκατομμύρια φανς μου :p) και σας εύχομαι καλά κούλουμα. Και στα δικά σας. Κι ο κολιός τον Αύγουστο. Να μας ζήσει! :)

μούβισ.

Εαν είσαι παραδοσιακός τύπος και θες να στηρίζεις την αγορά της γειτονιάς σου, οι παρακάτω σκέψεις θα σε βρουν μέσα στο συνοικιακό videoclub. Εαν, πάλι, όχι..θα σε βρουν στο δωμάτιό σου, σε κάποιο site με τόρεντς.
Στην περίπτωση, επίσης, που η οικονομική κρίση δεν σε έχει αγγίξει καν και δεν ξέρεις που να πετάξεις τα 8,5€ σου (βάλε και άλλα 6-7€ για ποπ κόρν και κόκα μπόκα), αυτή τη στιγμή προβληματίζεσαι μέσα σε ένα σινεμά. Και ταυτόχρονα φλερτάρεις με την 18χρονη ταμία..

Τι ταινία να δω σήμερα;

Θες να δεις άλλη μια αμερικάνικη ρομαντική κομεντί; Άλλη μια ξανθιά πρωταγωνίστρια που ερωτεύεται άλλον έναν καστανό ανοιχτομάτη μορφονιό. Και τους συμβαίνουν και μερικά "ασυνήθιστα" πράγματα. Και λένε και τρεις γουάνα μπι έξυπνες ατάκες, τις οποίες έχεις ήδη δει στο τρέιλερ. Γιατι δεν είχαν κάτι άλλο να σου δείξουν, για να σου τραβήξουν την προσοχή(και τα λεφτά), πέρα απ τις ατάκες αυτές και το κωλαρίνι της πρωταγωνίστριας. Οπότε το μόνο που σου μένει, είναι να δεις το κωλαρίνι και σε άλλες πόζες, μέσα σε ροζ παντελόνι σανέλ, μέσα σε μαύρη φούστα ντόλτσε γκαμπάνα ή ενδιάμεσα από ένα εσώρουχο μ' έκαψες. Σαν αυτά τα μαύρα τα πρόστυχα που αρέσουν στον Καρβέλα. Και όλα αυτά, με τη συνοδεία του "τσομπ τσομπ" απ' τα υπεραλατισμένα σου ποπ κορν. Δεν σου έφτανε η πίεση όλης της βδομάδας, που ελπίζεις να αποβάλλεις σήμερα..... σου δίνουν κι άλλη πίεση. Για την αρτηριακή μιλάω. Τόσο αλάτι δεν έριχναν ούτε στις πληγές των εβραίων οι ναζί. Αλλά τι να πεις. Είναι νόστιμα τα γ***μένα! Την ώρα που βλέπεις την γλυκανάλατη μαλακία που διάλεξες (τα θερμά μου συγχαρητήρια), συνειδητοποιείς ότι μεταμορφώνεσαι σε σταφίδα, λόγω αφυδάτωσης. Οπότε ρουφάς με αυτό το σέξυ φρρρρρρ την κόκα μόκα σου. Που δεν είναι κόκα κόλα. Είναι νερό, με παγάκια και λίγη κόκα κόλα κάτω κάτω. Άρα είναι κάτι καινούργιο. Ας το ονομάσουμε κοκαφόλα. Τέλοσπάντων. Το τέλος της ταινίας το ξέρεις πριν καν την δεις. Θα καταλήξουν μαζί. Οκ;

Μήπως να έβλεπες κάτι σε ορίτζιναλ κωμωδία χωρίς ρομαντικούρες; Τι αλλάζει; Ουσιαστικά όχι και πολλά. Απλά όλοι κάνουν σαν καρνάβαλοι για να σε κάνουν να γελάσεις και δεν σαλιαρίζουν όλη την ώρα. Ντύνονται περίεργα, μιλάνε σαν να κάνουν διαγωνισμό εξυπνότερης ατάκας ακόμα και την ώρα του σεξ, κάνουν γκάφες, ατέλειωτες γκριμάτσες και κινήσεις του σώματος και έχουν έναν ιερό στόχο που δεν ξεχνούν ποτέ: "Ας αντιγράψουμε τα φιλαράκια". Πουλάνε, όσες φορές και να τα δει ο κόσμος.
Φιλική συμβουλή: Πριν γελάσεις ξανασκέψου το. Ήταν αρκετά αστείο (για προσχεδιασμένο) αυτό που μόλις είδες; Οκ, αν σου συμβεί αυθόρμητα, στην καθημερινότητά σου, κλάσε στα γέλια. Τώρα? Που κάποιος καθόταν ώρες για να το σκεφτεί και να το σκηνοθετήσει, πιστεύεις οτι αξίζει το γέλιο σου; Να μη μιλήσω για τα ευρόπουλά σου.....

Ας πάμε σε θρίλερ. Αν σκέφτεσαι να δεις σπλατεριά, μην με φωνάξεις. Έχω κέτσαπ και στο σπίτι μου. Πραγματικά, σε τρομάζει ένα τέρας που του τρέχουν μύξες και έχει γλίτσα στο σώμα του; Και κρατάει τσεκούρι και κυνηγάει τους περαστικούς για να τους τεμαχίσει;
Δηλαδή, τι σου φαίνεται τόσο τρομακτικό; Είναι κάτι που θα μπορούσε να σου συμβεί, οπότε ταυτίζεσαι με τον κυριούλη που μέλλει να δει τα ραδίκια ανάποδα; Πόσα τέρατα έχεις δει στο δρόμο, στο σπίτι σου, στη δουλειά σου, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου σου ή στην εγκαταλελειμένη οικοδομή της γειτονιάς σου, από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου;
Εγώ, με έναν πρόχειρο υπολογισμό, ίσα με 3579. Και λίγα λέω..
Αν πάλι, είσαι αναίσθητο γουρούνι, σαν και μένα και όλα αυτά δεν σε τρομάζουν, θα είχε πλάκα να το έβλεπες για κωμωδία. Αυτό μάλιστα. Μόνο γέλιο.
Πόσες φορές έχω γελάσει με το μουγκρητό του τέρατος! Ή με τη σκέψη.. πόσο μπορεί να γέλασαν οι ηθοποιοί για να βγει αυτή η σκηνή; Να μη μιλήσω για τα μυαλά, τα άντερα και τα συκωτάκια που ποτέ δεν παραλείπονται από τέτοιες υπερπαραγωγές. Μια βόλτα στον χασάπη και έτοιμο το λόου μπάτζετ ταινιόνι που θα σπάσει τα ταμεία.

Αν το θρίλερ είναι ψυχολογικό, τότε δεν έχω να σου πω κάτι. Υπάρχει μια ελπίδα να τρομάξεις, οπότε να πετύχει τον στόχο του. Όταν ο κίνδυνος δεν είναι προσωποποιημένος (όπου μου επιτρέπει να τον φανταστώ σαν έναν ηλίθιο κινέζο με χαζοχαρούμενη φάτσα που φοράει μια τρομακτική αποκριάτικη στολή), τότε ναι. Δεν έχει τόση πλάκα. Αλλά και το πολύ υπερφυσικό μου σπάει τα νεύρα. Υπάρχουν και φυσικές εξηγήσεις για όλα αυτά. Το βάζο έσπασε. Δεν το έκανε απαραίτητα το φάντασμα του Έλβις Πρίσλεϊ που περιφέρεται μέσα στο σπίτι σου και σε κατασκοπεύει τα βράδια, αλλά ο αέρας. Κλείσε, ηλίθιε, το παράθυρο. Μπάζει.

Οι ταινίες φαντασίας έχουν ήδη απορριφθεί. Αν διαλέξεις κάτι τέτοιο, είσαι άξιος της μοίρας σου. Κολλητέ, δεν υπάρχουν άνθρωποι που πετάνε. Ούτε γκόμενες που βγάζουν φωτιές απ το στόμα τους. Ούτε μάγισσες. Ούτε παιδάκια που βλέπουν το μέλλον. Επίσης δεν υπάρχουν όλα αυτά τα μηχανήματα που πατάς ένα κουμπί (και βγαίνει μια χοντρή) και σε πάνε στον Άρη, και μετά τραβάς έναν μοχλό και αλλάζει την τροχιά της γης. Παπάρια μέντολες. Αν υπήρχαν όλα αυτά, θα είχα μεταμορφωθεί σε μωβ αμοιβάδα και θα ζούσα σε άλλο ηλιακό σύστημα. Μακριά από εδώ. Χωρίς έγνοιες. Στην τελική, ο μοναδικός προβληματισμός της αμοιβάδας πρέπει να είναι το πότε θα διασπαστεί ο πυρήνας της. Όχι το τι θα φάει, πότε θα μαγειρέψει, γιατί της είπαν αυτά που της είπαν, που θα βρει λεφτά να πάει στο λάιβ κου λου που. Θα μπορούσα, επίσης, να είχα μπει στην μηχανή του χρόνου και θα σταματούσα στο big bang για να μάθω από πρώτο χέρι τι παίχτηκε τότε. Θα μου πεις τόσα βιβλία λένε. Ξεστραβώσου. Και που ξέρουν μωρέ αυτοί που τα έγραψαν; Εκεί ήταν; Εικασίες όλα.
Επίσης θα μου άρεσε να γνωρίσω τους δεινόσαυρους από κοντά (έστω x η μεταξύ μας απόσταση, με x>2km). Υπάρχει πιο τρομακτικό πράγμα; Άσε με μόνη μου, χωρίς λεφτά-ρούχα-κινητό στο Μεταξουργείο στις 4 το πρωί ένα βράδυ του χειμώνα. Λιγότερο θα φοβηθώ, απ' ότι αν βρεθώ τετ-α-τετ με τον τυραννόσαυρο και τους φίλους του. Αλλά δεν βαριέσαι..
Μπορεί στην επόμενη μου ζωή να είμαι πεταλούδα και να αλλάξω όντως το μέλλον του πλανήτη. Μπορεί μια μέρα να αποφασίσω να παω στον άντρα μου, τον πεταλούδο, από έναν διαφορετικό (εναέριο) δρόμο και να δημιουργήσω σύγχυση στην άλλη άκρη της γης. Γιιιιέιιιι!! Δατ'ς ίντρεστινγκ!
Note: Να θυμηθώ αν γίνω πεταλούδα να το κάνω.

Λεω να μην σε κουράσω με άλλες ταινίες. Υπάρχουν πολλά είδη ακόμα. Στην τελική, πάρε μια τσόντα και μην μας πρήζεις τα @@! Έχουμε και δουλειές.
Αλλιώς δες green wing. Η καμενίλα, στο μεγαλείο της.

Απαραίτητο αμπαζούρ: μπύρες
Απαραίτητη ατμόσφαιρα: ήσυχο σκοτεινό δωμάτιο. άναψε και κανένα κερί..
Άντε, καλή διασκέδαση..


Και η απορία της ημέρας:

*Τζακ Ντόσον (Ρομαντικό φτωχαδάκι που ταξίδεψε στον Τιτανικό και πήγε από κρυοπαγήματα);

*Τζακ Σπάροου (Μπεκρής γοητευτικός πειρατής);

..ή μήπως...

*Τζακ ο Αντεροβγάλτης (θες και επεξήγηση; σίριουσλι;;) ;;;;

Ποτέ δεν ξέρεις..

Τι ζήτησα κι εγώ? Τον ουρανό με τ' άστρα?
Ονειροπολώ και πάλι.. Θέλω να φύγω. Να παω να ζήσω για πάντα στο Παρίσι. Να αγοράσω ένα υπέροχο loft. Ολόδικό μου. Να έχει μινιμαλιστική διακόσμηση, θέα στον πύργο του Eiffel και, κατά προτίμηση, να είναι στην Μονμάρτη. Τη λατρευτή.
Το πιο σημαντικό είναι να έχει "ξενώνες", για τις φίλες μου. Και τους δικούς μου. Αν και είναι λάθος όρος η λέξη ξενώνας. Αυτός είναι για τους ξένους. Όχι για όσους θεωρείς οικογένεια. Μα ας μην κολλήσουμε στις λέξεις. Σημασία έχουν οι σκέψεις και οι δεσμοί. Δεν θέλω να τους χάσω, μα δεν μπορώ και να απαιτήσω να με ακολουθήσουν. Ο καθένας μας έχει τη δικιά του ζωή. Δικαιούται να κάνει αυτό που τον γεμίζει. Εμένα αυτό θα μου άρεσε. Να ζω στο Παρίσι, να είμαι διακοσμήτρια, στον ελεύθερο χρόνο μου να ζωγραφίζω και να κάνω βόλτες με τα πόδια ή το ποδήλατο στην πόλη..
Η παρέα είναι απαραίτητη. Αυτό με κρατάει πίσω.. Οκ. Και το ότι είμαι άφραγκη για να αγοράσω λοφτ. Ούτε να το νοικιάσω δεν μπορώ. Τι λέμε τώρα?
Ποιός ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον όμως..
Δεν θέλω να απογοητεύομαι. Τα όνειρα είναι για να μας δίνουν δύναμη. Να προσπαθούμε. Ακόμα κι αν δεν τα καταφέρουμε ποτέ, μας έκαναν πολλά πρωινά να χαμογελάσουμε..
Το συνηθίζω αυτό. Κυρίως τις βροχερές μέρες..
Εγώ, ο μοναδικός αιώνια πιστός άντρας της ζωής μου.. ο καφές, η μουσικούλα μου και τα ατέλειωτα όνειρά μου..
Για κυρίως πιάτο το λάπτοπ μου και για συνοδευτικό, η βροχούλα με την μελαγχολική ομορφιά της.. Καλή μας όρεξη!
Δεν θέλω τίποτα άλλο για να ταξιδέψω. Ούτε εισιτήρια, ούτε αεροπλάνα. Το μυαλό φτάνει και περισσεύει..

Ρε δεν θέλω, λέμε!!!

Σαν παιδί κι εγώ, γεννήθηκα από έναν τυχαίο συνδυασμό μίξης ανθρώπων. Δεν φύτρωσα, αν και το αμφισβητώ κάποιες φορές.
Ένας κύριος, γνώρισε κάποτε μια κυρία και την ερωτεύθηκε. Αυτό συνέβη σε άλλα 3 ζευγάρια. Υποθέτω δηλαδή. Δεν κόβω και το πόδι μου. Έτσι, κάθε προπάππος μου παντρεύτηκε την αντίστοιχη προγιαγιά μου. Από τους 8 αυτούς ανθρώπους, πρόλαβα μόνο την μια κιουρία. Την γιαγιά της μαμάς μου. Χεστήκατε. Λογικό. Το υπόλοιπο μπούγιο δεν με περίμενε. Ή απλά εγώ παρα-άργησα στο ραντεβού.
Αυτά τα ζευγάρια, πάνω στις κακουχίες της εποχής, αγνόησαν πείνες, πολέμους, αρρώστιες και δυστυχίες και φρόντισαν να βρούν λίγο χρόνο να σκαρώσουν μερικά κουτσούβελα. Και έτσι προέκυψαν οι παππούδες μου, οι γιαγιάδες μου και τα αδέρφια τους.
Όταν μεγάλωσαν κάπως οι 4 αυτοί άνθρωποι (τα αδέρφια δεν μας απασχολούν τώρα, αρκετά μπλέξαμε.) γνωρίστηκαν ανά 2 μεταξύ τους. Τυχαία. Όπως και όλοι οι παραπάνω. Παιχνίδια πιθανοτήτων.
Με τη σειρά τους και αυτά τα 2 ζευγάρια, παντρεύτηκαν και έκαναν μερικά μυξιάρικα. Το ένα ζευγάρι έκανε 3 παιδάκια και το άλλο 2. Έτσι, ένα κοριτσάκι(που είχε 2 αδερφάκια) γνώρισε ένα αγοράκι(που είχε 1 αδερφάκι).
Τσούκου τσούκου, δεν ήθελε και πολύ. Γκομενάκια και τα δύο, τότε, τα φτιάξανε. Στο γυμνάσιο. Ναι. Δεν αστειεύομαι. Στο γυμνάσιο.
Ο έρωτας αυτός έφερε στον κόσμο 2 πανέμορφα μούλικα. Τον bro και, 2.5 χρόνια μετά, την αφεντιά μου.

Πριν λίγους μήνες παντρεύτηκε ο ένας μου ξάδερφος. Όμορφος γάμος. Δηλαδή δεν μου άρεσε. Και δεν μου άρεσε γιατι ήταν γάμος. Δηλαδή ένα ακόμα καλοσκηνοθετημένο, φαντασμαγορικό λάθος. Πως μπορεί ένα λάθος να είναι όμορφο? Ήταν όμως όμορφο το φαγητό, το κρασί..αυτά.
Ενιγουέη, μακάρι τα παιδιά να είναι ευτυχισμένα. Δεν μιλάω προσωπικά για την περίπτωσή τους. Απλά γκρινιάζω για τον θεσμό του γάμου, οπότε τους παίρνει και εκείνους η μπάλα.
Παντρεύτηκε, λοιπόν, ο ξάδερφος την εκλεκτή της καρδιάς του. Πολύ καλή κοπέλα! Μπράβο! Μα το θέμα είναι άλλο. Θέλετε να κάνετε αυτό το λάθος? Μαγκιά σας. Κάντε το. Μα εγώ γιατί πρέπει να ακούσω όλα όσα άκουσα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από το *@#%&$!@μυστήριο?

Περιττό να αναφέρω το τζέρτζελο που επικρατούσε σε όλο το σόι της μάνας μου, μήήήνες πριν τον πολυσυζητημένο γάμο. Τσουρέκια μας τα είχαν κάνει. Σιγά το πράγμα, στην τελική. Θεατρική παράσταση. Μια, όλη κι όλη. Ούτε αβάντ πρεμιέ(ρ), ούτε καλοκαιρινό τουρ στα ελληνικά νησιά, ούτε τίποτα. Παντρευτήκατε, σκουπίσατε, τελειώσατε.Πρωταγωνιστές: το ζεύγος. Απαραίτητος κομπάρσος: ένας τύπος με μούσια που φοράει μαύρα φορέματα, μιλάει περίεργα, κρεμάει τσιμπιρλόνια στο λαιμό του και θυμίζει μέλος των g-unit, έχει 45 παιδιά, πούλμαν για να τα πηγαινοφέρνει απ το κατηχητικό στο σχολείο και αντίστροφα, γυναίκα κουνέλα, λανθασμένη εντύπωση της έννοιας της μελωδικότητας και νομίζει οτι εκπροσωπεί τον χριστιανισμό, τον θεό, το άγιο πνεύμα, τον μυστικό δείπνο, την μαγδαληνή, τον άγιο φανούριο, τον άγιο κάστωρ, την παναγία την μεγαλόχαρη, την παναγία την μυρτιδιώτισσα, το κακό συναπάντημα, τα μαύρα του τα χάλια, το στανιό μου μέσα. Και άλλα πολλά..
Wanna be πρωταγωνιστές: Κουμπάροι, παρανυφάκια και γονείς του ζεύγους. Πραγματικοί σταρ: Καλοδιατηρημένες καλεσμένες ανύπαντρες 40άρες, που φοράνε σέξι ρούχα και παπούτσια και αναστατώνουν τα αρσενικά όλων των ηλικιών. Το κωμικό στοιχείο του έργου: Το ταλέντο των ανθρώπων να ετοιμάζονται ν+3 ώρες (νεΖ), για έναν γάμο και τελικά δείχνουν πιό άσχημοι απ' ότι θα έδειχναν με την φόρμα και τα αθλητικά τους. Γυναίκες: ΜΗΝ ΒΑΦΕΣΤΕ σαν κλόουν και ΜΗΝ ΝΤΥΝΕΣΤΕ σαν λατέρνες. Φχαριστώ.

Που θέλω να καταλήξω? Α ναι. Από μικρή το έχανα το θέμα στις εκθέσεις. Ξεκινούσα με το θέμα και μετά το πήγαινα εκεί που ήθελα το πράγμα. "Όταν ένας νέος αγνοέι την ενδεδειγμένη χρήση των μέσων τεχνολογίας και επικοινωνίας, μπορεί εκείνη να αποβεί μοιραία για τον ίδιο. Πρέπει, επομένως, να διαθέτει την κατάλληλη παιδεία, ώστε να γνωρίζει τι είναι σωστό και τι όχι. Γι' αυτό κι εγώ, δεν χρησιμοποιώ τον ηλεκτρονικό υπολογιστή χωρίς λόγο. Παίζω με την ζωγραφική και ακούω μουσική. Μου αρέσει να ζωγραφίζω. Από μικρή ζωγράφιζα και νομίζω πως όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ζωγράφος. Να ζωγραφίζω δέντρα, βουνά, ποτάμια, σπίτια... Και τώρα που είπα σπίτια, χθες είχε μπει μια σφήκα στο σπίτι μας, απ' το παράθυρο της κουζίνας και τρόμαξα πολύ. Δεν μου αρέσουν τα έντομα γιατι.. ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ".

Επιστρέφω. Τα τσουρέκια δεν ήταν μόνο σχετικά με το τι θα βάλουμε, πως θα το βάλουμε και πως θα βαφτούμε. Τα τσουρέκια ήρθαν από αλλού. Δεν τα φάγαμε το Πάσχα και μας τα έφεραν τέλη Μαίου. Από την αγαπημένη μου φράση: "Άντε, και στα δικά σου!". Τι λες μωρή πέρκα? Εμένα με ρώτησες αν θέλω? Πως πετάς έτσι αβέρτα κατάρες και φεύγεις? Δεν-θέ-λω. Τι δεν καταλαβαίνεις; Και αυτό το "Άντε" μου το εξηγείς λιγάκι? Θέλεις μήπως να πείς ότι σας κούρασε η αναμονή? Το καθυστέρησα? Συγγνώμη ρε dudes που δεν κρεμάστηκα απ τα 20 και τα 22. Αύριο κιόλας θα σας φέρω τον μεγαλοεισοδηματία των ονείρων σας. Μα μετά θα φύγουμε. Θα πάμε να ζήσουμε για πάντα στον πύργο του.

Άσε, δε, το άλλο. Με έβαλαν να μοιράζω τα γλυκά στους καλεσμένους, μαζί με κάτι άλλες κοπελίτσες. "Ωραία, σκέφτηκα, ό,τι περισσέψει θα το φάω. Είμαι νηστική από χθές.."
Ξεκινάει η πασαρέλα από μπροστά μας. Ένας ένας, οι συγγενείς που έχω να δω από τότε που ήμουν 2. "Καλέ? Η Χαρούλα είσαι εσύ? Πως μεγάλωσες έτσι? Κοτζάμ κοπέλα καλέ! Δεν το πιστεύω. Με θυμάσαι???" (ήδη βλαστημάω και θέλω να της πω να προχωρήσει γιατί οι αποπίσω της πατιούνται στη σειρά) "Η Κυρία Πολυξένη είμαι, η μητέρα του ξαδέρφου του θείου σου, που μένω στην Ιεράπετρα".
Πλάκα μας κάνει? Πλάκα? Έχω να την δω από τότε που τα παιδιά δεν κρατάνε αναμνήσεις. Και πες οτι είμαι το παιδί θαύμα και έχω μερικές αναμνήσεις απ τα 2 μου. Την κυρα Πολυτέτοια θα θυμάμαι ή την φρουτόκρεμα που με μπούκωναν κάθε μέρα?
Και φτάνει το κρίσιμο σημείο:
-Ελεύθερη είσαι, Χαρούλα μου??
-Και βέβαια! ,απαντώ με καμάρι και φυσικότητα!Τί άλλο θα μπορούσα να είμαι, άλλωστε?
-Άντε! Και στα δικά σου κοπέλα μου!
Ακολουθούν 2 πιθανές απαντήσεις.
1η πιθανή απάντηση:
- :)  [Αυτή η απάντηση δεν θα οδηγήσει την οικογένεια σε ρήξη. Ένα απλό χαμόγελο, ό,τι και να κρύβει από πίσω του, δεν παύει να είναι ένα χαμόγελο.]
2η πιθανή απάντηση:
-Τι είπες μωρή αγγούρω? Που να σου κάτσει στο λαιμό το αμυγδαλωτό και η δίπλα. Και τα κουφέτα! Φακλάνα. Φώκια. Κωλόγρια.

Προφανώς, επέλεξα την λύση του χαμόγελου, γιατί έπρεπε να φοράω γάντια του μποξ, για να επιβιώσω μετά απο τον τσακωμό με τις 250 γριές που μου έριχναν την κατάρα. Δηλαδή τις είχα τις γριές. Αλλά είχαν και παιδιά και άντρες αυτές. Οπότε θα τα έβρισκα σκούρα. Μπορεί να έδειρα τους 15 στο Παρίσι, αλλά εδώ ήταν πιό πολλοί.

Οι γιαγιάδες μου όλο καμάρι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν να πουν όταν με είδαν ήταν σχετικό με το ότι είμαι μπακούρι. Αμέσως. Μη χάσουν ευκαιρία! "Άντε, να παίρνετε τώρα ένας ένας σειρά. Θα βρείς κι εσύ ένα καλό παιδί και θα παντρευτείς."
1)Μην με λυπάστε. Εγώ τα σπάω. Εσείς είστε αξιοθρήνητοι όλοι που έχετε τέτοια συντηρητικά πιστεύω.
2)Δεν θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω.
3)Ποιά σειρά? Δεν είμαι πρόβατο να μπω στη σειρά για να μου κουρέψουν την προβιά. Θα κάνω ό,τι μα ό,τι γουστάρω.
4)Εσείς κάνατε λάθη στη ζωή σας. Γιατί, αντί να με προστατέψετε, με παροτρύνετε να κάνω κι εγώ τα ίδια???

Κράζω εγώ γιαγιάδες και λοιπούς συγγενείς με το που ακούω την φράση-κλειδί και μου αρχίζουν ένα παραλήρημα ωρών. Εγγόνι θες χρυσή μου? Ζήτα μου εγγόνι. Τί μου ζητάς γάμους και λαγούς με πετραχείλια? [Αλήθεια, τι σημαίνει αυτή η φράση?]
Εγώ, όταν πεινάω ζητάω φαγητό. Δεν σου ζητάω να πας να φυτέψεις το σιτάρι, να το καλλιεργήσεις, να το αλέσεις, να το κάνεις μακαρόνι και να μου το βράσεις. Ζητάω απευθείας το βήμα Νο.5. Εσύ γιατί δεν ζητάς να κάνω ένα παιδί να έχεις να παίζεις? Πρέπει πρώτα να πάρω δάνειο, να παντρευτώ, να καλέσω αντιπαθητικούς συγγενείς, να χαμογελάμε όλοι σαν ηλίθιοι, να κάθονται τίποτα κωλόγριες και να σχολιάζουν το φαγητό, το νυφικό, την μάνα της νύφης, του γαμπρού, το κουστούμι, το κτήμα, το κρασί..? Σκάσε και πίνε χοντρή. Αν δεν σου αρέσει, να πας στα γκουρμέ εστιατόρια που είχατε και στο χωριό σας.

Δεν τα μπορώ αυτά. Και οκ. Άστα λίγο στην άκρη αυτά. Το θέμα της δέσμευσης? Γιατί ρε παιδιά? Ένα κοριτσάκι σαν τα κρύα τα νερά (λέμε τώρα), να κλειστώ στο μπουντρούμι? Γιατί? Τί έκανα???
Το συμπέρασμά μου είναι ότι τα ηλικιωμένα μέλη απ' το σόι σου θέλουν το κακό σου. Γιατι η εκάστοτε γιαγιά προτιμάει εσύ να δυστυχήσεις, παρά να έρθει η μέρα που η γειτόνισσα θα παντρέψει τον εγγονό της κι εκείνης τα εγγόνια της θα είναι ακόμα στο ράφι. Τί ντροπή? Με τι μούτρα θα κυκλοφορεί από αύριο στη γειτονιά? Θα ντρέπεται να κοιτάξει τον μπακάλη στα μάτια.

Όλοι χωρίζουν. Και αν όχι όλοι, οι περισσότεροι. Πιστεύω οτι ένας γάμος, για να κρατήσει, θέλει θυσίες. Για να αντέξει κάποιος άνθρωπος (όχι γάιδαρος) καθημερινές θυσίες, πρέπει να αγαπάει τρελά τον άλλον. Και ο άλλος να κάνει εξίσου πολλές θυσίες. Μα τι είναι αυτό? Ευτυχία? Εγώ συμβιβασμό και καταπίεση τα βλέπω. Και θα μου πεις, υπάρχουν ζευγάρια που αγαπούν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Και δεν τα βλέπουν σαν θυσία όλα αυτά. Καλή φάση μα είναι τόσο λίγοι. Δεν θα μιλάω για τις εξαιρέσεις. Οπότε, μια ζωή την έχουμε, αν είναι να την θυσιάσουμε, να γίνουμε καλύτερα πειραματόζωα των επιστημόνων, να βγεί έστω κάτι καλό για τις επόμενες γενιές. Όλο τα ποντίκια την πληρώνουν.

Σας κούρασα, θαρρώ.. Συγγνώμη. Το συναίσθημα με εμποδίζει να βάλω μια τελεία.

Και θα κλείσω, κάπου εδώ, το παραλήρημα με ένα στιχάκι που αγαπώ από μικρή..
"..Παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω..σας αγαπάω, μα δεν παντρεύομαι.."

Ξύπνα..Φτάσανε.

..και βλέπεις τις γιαγιάδες και τους παππούδες, που ετοιμάζονται πως και πως να φτάσει η αυριανή μέρα, να συμβάλλουν και εκείνοι στο μέλλον του τόπου.
Λες και τους έμειναν και πολλά πράγματα που μπορούν να κάνουν. Τηλεόραση, περίπατος(όσοι έχουν τη δυνατότητα και τις αντοχές), επίσκεψη στην φιλενάδα/στον καφενέ, εκκλησία, το συνηθισμένο τούρ απ' τους γιατρούς και, έπειτα, από τα φαρμακεία. Έτσι, να τους κρατάμε στη ζωή με 35 χάπια ημερησίως τον καθένα, να αδειάζουν τα ταμεία, να γεμίζει ο τόπος γεροντάκια, να ανεβαίνει ο μέσος όρος ηλικίας, να παρατήσουμε την εξέλιξη και να το γυρίσουμε στον συντηρητισμό, να κατακρίνουμε τη νεολαία με ατάκες "εμείς στην εποχή μας.....", να μην χωράει άλλο τσούρμο το κάθε νοσοκομείο και να τους κοιμίζουν στους διαδρόμους και γενικά ο μέσος ψηφοφόρος του τόπου να είναι 59 χρονών, γεμάτος όρεξη για την ζωή που ξετυλίγεται μπροστά του και ιδέες για ένα καλύτερο αύριο.
Δεν λέω και να τους ψοφίσουμε τους καψερούς. Κι εγώ γριά θα γίνω κάποτε και θα θέλω να ζήσω μέχρι να μου πέσει και το τελευταίο δόντι, αλλά έτσι όπως πάμε, εκεί θα καταλήξουμε. Τι να την κάνω την ζωή αν είμαι σαν φυτό? Αν εξαρτώμαι από ουσίες? Αν μια μέρα δεν πάρω τα χάπια μου και χρειαστώ εντατική. Δεν ξέρω τι είναι προτιμότερο. Μακάρι να ζούσαν παραπάνω οι άνθρωποι αλλά να υπήρχε αύξηση και στην γεννητικότητα. Θα ήμασταν περισσότεροι, μα θα υπήρχε πάλι μια ηλικιακή ισορροπία. Μια ομαλή κατανομή.
Και το άλλο που το πας? Όλοι αυτοί οι συντηρητικοί εκεί όξω, πιπιλίζουν τα μυαλά των παιδιών και των εγγονιών τους και έτσι υπάρχουν ακόμα και σήμερα οι μπλε, οι πράσινες, οι κόκκινες κ.ο.κ. οικογένειες.
-Τί ψηφίζεις εσύ παιδί μου?
-Πασόκ.
-Γιατί παληκάρι μου?
-Ε, αφού ψηφίζει και η μαμά μου και ο μπαμπάς μου Πασόκ. Τί άλλο να ψηφίσω???
-Ρε, κούνα το κεφάλι σου να δεις αν έχει τίποτα μέσα.

Δεν μπορώ, ρε παιδιά, αυτήν την κατάσταση. Κομματόσκυλα, συμφέροντα, ρουσφέτια, γλυψίματα, ηλίθιες κοινωνικές συναναστροφές, μάσκες, πισώπλατα μαχαιρώματα..
Έχει γεμίσει κουτοπόνηρους βολεψάκηδες η Ελλαδίτσα. Έχει γίνει σαν την κιβωτό του Νώε. Ένα καράβι, γεμάτο άβουλα όντα, που τα κατευθύνει ο αρχηγός όπου θέλει. Στην συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, ο Νώε γίνεται κακός.
Και με την πάροδο των χρόνων, αυτό το ταξίδι πάει από το κακό στο χειρότερο. Η κιβωτός περνάει τα χίλια μύρια. Αναταραχές, φουρτούνες, καταιγίδες, επιθέσεις καρχαριών, έλλειψη φαγητού και νερού... Και με τα πολλά κάνει στάση. Και δίνεται η ευκαιρία στα ζώα να επιλέξουν άλλο καπετάνιο. Που θα κάνει πιό καλό προγραμματισμό του ταξιδιού. Και δεν θα ξεμείνουν ξανά από τρόφιμα, δεν θα περάσουν απ' το τρίγωνο των Βερμούδων, δεν θα τους φάνε οι κροκόδειλοι. Και τα ζώα, επειδή είναι ζώα, δεν σκέφτονται με λογική. Και επιλέγουν πάλι τον Νώε, ή (στο τσακίρ κέφι) τον ξάδερφό του τον Μώε. Γιατί, όπως τα σκυλάκια, αγαπούν το αφεντικό τους, όποιο και να είναι αυτό, έτσι και τα υπόλοιπα ζώα. Συνηθίζουν τις κακουχίες και μαθαίνουν να ζούν με αυτές. Και η κιβωτός βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στα σκ**ά.

Δεν ξέρω ποιός θα ήταν ο κατάλληλος Νώε, μα ξέρω ποιοι δεν είναι, αποδεδειγμένα.
Γιαγιούλα, ή ξύπνα ή κοιμίσου. Μην ζεις με μισάνοιχτα μάτια. Μην κοιτάς μόνο εκεί που θέλεις. Βγάλε τις παρωπίδες. Ποτέ δεν είναι αργά. Βαρέθηκα να ακούω τη φράση "Τώρα θα αλλάξει?". Τώρα να αλλάξει, γιατι καιγόμαστε. Και αν δεν θέλει να το κάνει για εκείνη, ας το κάνει για τα εγγόνια της. Αμήν.

Το ξύδι, τα ξύδια και ο ώμος.

Τον συναγερμό μου μέσα..
Χωρίς αυτοκίνητο η Χαρούλα. Σήμερα, ο συναγερμός μου, αποφάσισε να μας αφήσει χρόνους. Ή απλά μου κρατάει μούτρα για κάτι που του έκανα. Ποιός ξέρει τι.....
Συναγερμός > Ουσιαστικό, Γένους ΑΡΣΕΝΙΚΟΥ. Κοινώς, δεν βγάζεις άκρη.
Δεν έχει σημασία τι έγινε και πως. Σημασία έχει, τι κάνει ένας άνθρωπος όταν είναι στα πρόθυρα νευρικού κλωνισμού επειδή σίγουρα κάποιος κωλόγερας στον δρόμο τον μούτζωσε. Με τις δύο παλάμες. [Φημολογείται ότι άνοιξε και τα δάχτυλα του ποδιού, ώστε να μουτζώνει με 4 άκρα, για πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα.] Και η τύχη του καψερού(όχι του κωλόγερα, του άλλου), τον εγκαταλείπει κάθε λεπτό ολοένα και με περισσότερη επιδεικτικότητα. Γιατί ρε τύχη? Από σένα δεν το περίμενα. Είσαι και γένους θηλυκού, τρομάρα σου. Τί παίζει με την πάρτη σου? Σου φάγαμε τον γκόμενο και δεν το θυμόμαστε?
Νεύρα, νεύρα, ΝΕΥΡΑ. Ξέρεις ότι αν είχες τώρα μπροστά σου:
-την ξινή κυρία που στην είπε στο λεωφορείο πρόπερσι που πήγαινες στη σχολή, ένα ηλιόλουστο πρωινό,
-τον κηπουρό της διπλανής πολυκατοικίας που σε ξυπνάει κατά μέσο όρο 1 στα 4 πρωινά σου με το χαριτωμένο γκράάάάάάάάάάου,
-το ηλίθιο κομματόσκυλο της σχολής σου που δεν βάζει γλώσσα όταν είναι στο αμφιθέατρο και φοράει μπούρμπερι,
-τον καθηγητή γυμναστικής του λυκείου που ήταν μια μίξη μοσχαριού με κεφάλι ιπποπόταμου, καθαριότητα γουρουνιού, εξυπνάδα σκνίπας, περπάτημα καουμπόη, φρύδια Πασχάλη Τερζή, τρόπους κακομαθημένου λιμενεργάτη και με λεξιλόγιο που περιέχει τη λέξη "Στοιχηθούτε",
-όσους έχουν περάσει από δίπλα σου με τα αμάξια τους με μεγάλη ταχύτητα ενώ βρέχει και σε γέμισαν λάσπες, ή
-τον χάρη ρώμα (μπορώ να το κουράσω ΠΟΛΥ ακόμα)..
..θα τους σάπιζες όλους στο ξύλο. Ακόμα και αν δεν είχες περισσότερη δύναμη από αυτούς θα τα κατάφερνες τέλεια. Ευκολάκι τρελό, όμως! Μιλάμε για τσίτα νεύρα.
Μέχρι και σε ωκεανό από ξύδι να με βουτούσαν δεν θα μου περνούσαν. Όχι επειδή θα έλιωνα σε λίγα δευτερόλεπτα από το οξύ που θα με έκαιγε. Από αντίδραση. Ούτε ένεση βάλιουμ δεν θα βοηθούσε, στην περίπτωσή μου. Ούτε αφαίρεση όλων των νευρώνων μου. Θα συνέχιζα να έχω νεύρα.
-Τί κάνουμε, λοιπόν, όταν έχουμε νεύρα?
-Παίρνουμε το αμαξάκι μας και πηγαίνουμε σε έναν ώμο να κλαφτούμε και καταναλώνουμε μπύρες...
-...ή και όχι. Σου θυμίζω ότι έχουμε νεύρα επειδή δεν έχουμε αμαξάκι.
-Α ναι.. το ξέχασα.
Παίρνουμε τους μπόδες μας και πηγαίνουμε στον ώμο.
Αν και με τρομάζει η σκέψη του να περπατάω ανάμεσα σε αθώους, όταν είμαι σε αυτήν την κατάσταση. Ποτέ δεν ξέρεις σε ποιόν θα χιμήξω. Και δεν μου έχουν κάνει ακόμα αντιλυσσικό.
Η καλύτερη λύση (μα απαιτεί κεφάλαιο) είναι η λύση του κούρ ντε μποτέ. Πας εκεί στα σπα, στα υδρομασάζ, στις σάουνες, στα αιθέρια έλαια... στον καταναλωτισμό και αφήνεσαι στα στιβαρά χέρια του όμορφου(στις φαντασιώσεις θέτω εγώ τους όρους) μασέρ που σε πασπατεύει, με τη συνοδεία όμορφης χαλαρωτικής μουσικής και ερεθιστικά εξωτικών αρωμάτων..
Ούτε ψώνια, ούτε κομμωτήρια. Κανέναν δεν τον χάλασαν δηλαδή, αλλά έχουμε και μια προίκα να μαζέψουμε. Και δεν θα πετάμε τα λεφτά μας δεξιά και αριστερά με το πρώτο νεύρο, διότι μας δίνω maximum 3 μέρες ως την χρεωκοπία.
Είμαι νευρόσπαστο, ναι.

Αν όμως δεν έχεις λεφτά, τί κάνεις? Χμ..
Φωνάζεις τον ώμο στο σπίτι, λυπούμενος τους αθώους περαστικούς, και κλαίς πάνω του. Κάνεις διάλειμμα μόνο για εκείνες τις μπύρες που λέγαμε. Και καταντάς ντίρλα. Και ξεσπάς σε λυγμούς, γιατί το έχεις ανάγκη..
Όχι τόσο για τα νεύρα της ημέρας.. Μα για τόσα πράγματα που πνίγεις μέσα σου εδώ και μέρες, μήνες, χρόνια. Απογοητεύσεις, φόβους, σκέψεις, άγχη, αδυναμίες, προβλήματα, εκνευρισμούς, βάσανα, λύπη..
Δεν μιλάς για αυτά σε κανέναν. Τα κρατάς όλα για τον εαυτό σου. Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς και σου φταίει το νύχι που έσπασε. Ή το φαγητό που είναι άνοστο. Αμ, δεν είναι το νύχι, ούτε το γιουβαρλάκι. Είναι η καταπίεση που ασκείς μόνος σου στον εαυτό σου, χωρίς να ξέρεις ούτε εσύ ο ίδιος το γιατί.. και υποσυνείδητα σου τρώει τα σωθικά μέρα με τη μέρα. Έχεις ακόμα τύψεις για έναν τσακωμό που έγινε πριν 4 χρόνια μα δεν το γνωρίζεις. Εκείνες όμως γνωρίζουν πολύ καλά τι πρέπει να κάνουν. Είναι η δουλειά τους, άλλωστε. Πρέπει να αφήσουν ένα μελανό στίγμα στη συνείδησή σου, το οποίο όσο περνάει ο καιρός καταβροχθίζει τον αυθορμητισμό σου. Μονίμως ενδοιασμοί. Σκέψεις. Δισταγμοί..

Κάνε μου μια χάρη.. Βγάλτα όλα απ' το όμορφο κεφαλάκι σου και ζήσε ξέγνοιαστα τη ζωούλα σου. Είναι τόσο όμορφη..


Τόσο νέα μα τόσο γριά..

Ρε..μεγαλώσαμε. Απότομα ή μη, μεγαλώσαμε. Δεν είμαστε πια τα σχολιαρόπαιδα που θέλουν να βγούν να πιούν, να γκομενίσουν, να κάνουν όσα δεν επιτρέπονται και να γουστάρουν που είναι πιο μαγκάκια απ' τους υπολοίπους. Θυμάστε? Που κανονίζαμε χορούς στο γυμνάσιο.. Πόσοι ξεκίνησαν έτσι το κάπνισμα..
Που κρύβονταν στα διαλείματα απ' τους καθηγητές και έπαιρναν κλεφτές τζούρες. Πρωί πρωί.. Τι να πεις. Περί ορέξεως (και μαγκιάς) κολοκυθόπιτα. Τέλοσπάντων. Καλά όλα αυτά, μα για τις αντίστοιχες ηλικίες.

Όταν ενηλικιώνεσαι, πρακτικά, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς να σου απαγορεύει κάποιος τι ώρα θα γυρίσεις, που θα πας, με ποιούς θα είσαι, τι θα πιείς και τι θα φορέσεις. Θες να ξουρίσεις το κεφάλι σου γουλί και να κυκλοφορείς με ρούχα από ροδοπέταλα και βατραχοπέδιλα? Κούλ. Θες να πας να εξερευνήσεις τα Ιμαλάια? Πάνε. Γκρίνια και απαγορεύσεις? Δεν υπάρχουν πλέον αυτά. (Επαναλαμβάνω: πρακτικά)

Οπότε που καταλήγουμε? Μπορείς να κάνεις τόσα πιό πολλά πράγματα από παλιά, που ανακαλύπτεις μέσα σε έναν χρόνο όλα τα στέκια της Αθήνας. Δεν αφήνεις προάστειο για προάστειο. Σε ξέρουν όλοι. (Το συνολάκι με τα ροδοπέταλα δεν περνάει ποτέ απαρατήρητο. Δοκιμάστε το!) Αλλά εσύ εκείείεί.. Δεν γίνεται να πουλήσεις στεγνά το στέκι που είχες με τις κολλητές σου τα τελευταία 7 χρόνια της ζωής σας. Μοιραία, λοιπόν, καταλήγεις εκεί ούκ ολίγα σ/κ. Αποτέλεσμα? Μένουν οι παλιοί, έρχονται και οι καινούργιοι. Κανείς δεν κάνει πίσω. Όλοι θέλουν να πάνε. Θυμίζει λίγο τις ουρές στις τράπεζες, όταν δίνουν συντάξεις. Δεν παει να έχει την καρδιά του ο παππούς? Εκεί! Θα περιμένει απ' τις 5 το πρωί, μαζί με την αυγούλα. Την γιαγιάκα δεν την βαστάνε τα πόδια της μα θα βάλει τα καλά της και θα στηθεί στην ουρά. Πρώτα, φυσικά, θα περάσει απ' την εκκλησία να ανάψει κι ένα κεράκι. Ο Θεός πρέπει να βάλει το χέρι του, να πάρει την σύνταξη του Οκτώβρη πριν ξαναρχίσουν τα τζιτζίκια να τραγουδούν. Ας επιστρέψουμε στα δικά μας.. Μα είναι τόσο μικρό το μαγαζί.. Δεν χωράτε όλοι. Όμως πηγαίνετε όλοι. Πείσμα, εκεί! Τι σκατά? Μέλι έχει?
Θα σας πω εγώ τι έχει. Έχει εναλλακτική διακόσμηση, ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, τραγικό εξαερισμό, ελεεινά πολλή τσιγαρίλα και θόρυβο. Ω, γκαντ, θόρυβο..... Θα πας να πιεις την μπύρα σου, θα σε πατήσουν, θα σου ρίξουν και κανένα ρακόμελο καταλάθος πάνω σου (ορίστε, έχει μέλι..), θα ακούσεις τόσο τραγικούς χαβαλέδες, θα παρακολουθήσεις πολλά αποτυχημένα πεσίματα από επαγγελματίες πέφτουλες (βλέπε: "Μουσικά όργανα έφτιαχνε ο πατέρας σου και είσαι τόσο τούμπανο?"), θα πιεις μπόμπες, θα κοκκινήσουν τα μάτια σου απ' την τσιγαρίλα, τα ρούχα σου (μέχρι και το βρακί σου) θα ΠΟΤΙΣΟΥΝ τσιγαρίλα, θα σε κεράσουν πολλά σφηνάκια, μα φυσικά θα βάλουν μέσα σαμπούκα (πιφ, βρωμάει σαν το ούζο..), θα βγεις να πάρεις λίγο αέρα έξω γιατι νιώθεις ότι οι πνεύμονές σου δεν περιέχουν πιά οξυγόνο μα θα έρθει η καλή η σερβιτόρα να σου ζητήσει να ξαναμπείς μέσα στον τεκέ, διότι είναι αργά και οι γείτονες κάνουν παράπονα όταν έχει κόσμο έξω και μιλάει. Γενικά όλα όμορφα. Πάντως τους γείτονες τους κατανοώ. Αν βγαίνει κάθε 5' έξω από ένα χρέπι και τραγουδάει για την χαμένη του αγάπη στις 5 το ξημέρωμα, ή πέφτει ξύλο μεταξύ πρώην και νυν, ή ακόμη τσακώνεται άλλο ένα ζευγαράκι.. πως να μην τους στρίψει? Ο ύπνος είναι ιερό πράγμα. Τελεία και παύλα. Μα ούτε μια αθόρυβη ανάσα να μην μας αφήνουν να πάρουμε?
Ένιγουέη.. Ξαναμπαίνεις στο καπνοχώρι και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που έκλεισες πίσω σου την πόρτα του σπιτιού σου. Ξέχασα να δώσω μια πιό μαθηματική περιγραφή(γεωμετρική θα την έλεγα) για να γίνω πιό σαφής, σχετικά με τον εσωτερικό χώρο του μαγαζιού. Ας φανταστούμε ότι σε κάθε τετραγωνικό μέτρο, αντιστοιχούν 3-4 άτομα(μαζί με τις τσάντες τους και όταν είναι χειμώνας και τα μπουφάν, κασκόλ, ομπρέλες τους). Σχεδόν αγκαλιά είμαστε όλοι μεταξύ μας εκεί μέσα. Το μαγαζί της αγάπης έπρεπε να το λένε. Το τι χούφτωμα έχει πέσει στα ύπουλα εκεί μέσα δεν λέγεται. "Ξέρεις μωρέ..να..περνούσα και δεν ήξερα που να βάλω τα χέρια μου, οπότε είπα να τα ακουμπήσω για λίγο στον κώλο σου κοπελιά. Δεν πιστεύω να έχεις πρόβλημα.."(Ανάλογα με την ιδιοκτήτρια του εν λόγω κώλου και την γοητεία του ιδιοκτήτη των χεριών, ακολουθούν είτε γελάκια, είτε καντήλια.)
Μα δεν έχει πιά πλάκα. Παλιά έμπαινες μέσα και ήταν όλοι σου οι γνωστοί. Και μόνο. Ήταν και τότε πήχτρα, μα δεν σε πείραζε. Ήταν σαν να είχατε κάθε βράδυ πάρτυ, όλοι οι φίλοι. Όταν όμως το underground στέκι μας έγινε γνωστό και παραέξω, μετά έγινε και παραπαραέξω. Και πάει λέγοντας. Τώρα? Τώρα το ξέρουν όλοι και βλέπεις μέσα 100 διαφορετικές μούρες ανά βράδυ. Θα μου πεις, γαμώ! Θα γνωρίσεις καινούργιο κόσμο. Έλα όμως που δεν θέλω να γνωρίσω τον τύπο που μόλις έπιασε το μοναδικό ελεύθερο σκαμπό του μαγαζιού! Συγκεκριμένα, όχι απλά δεν θέλω να τον γνωρίσω, μα θέλω να παω να του τραβήξω το σκαμπό, να πέσει κάτω και να του πω πως όταν αυτός πήγαινε, εγώ γύριζα. Είμαι κακιά και σνομπ. Ναι, το ξέρω.
Θα μου περάσει.. Τα πάντα θέλουν τον χρόνο τους. Μα πονάω να βλέπω αυτήν την εικόνα. Έχουμε ζήσει τόσα πράγματα εκεί μέσα.. Κλάματα, έρωτες, χωρισμούς, γενέθλια, μεθύσια, γιορτές, πανελλήνιες, επιτυχίες, αποτυχίες, γέλια, γέλια, γέλια...
Δεν μου πάει η καρδιά να με κουράζει έστω και η μισάωρη παραμονή στο μαγαζί. Είναι κρίμα. Μάλλον θα καταφύγω για μερικούς μήνες πάλι στην λύση της αποχής..

Όλα ξεκίνησαν από έναν μεγάλο πονοκέφαλο..

Πονοκέφαλος. Μεγάλος. Δεν σε αφήνει να σκεφτείς τίποτα. Είναι απλά αυτός και κανείς άλλος. Μόλις κατάλαβα γιατί τον λένε πονοκέφαλο και όχι, για παράδειγμα, πονοκεφαλίαση. Γιατί είναι κι αυτός άντρας και μάλιστα πολύ εγωιστής. Όταν είναι μαζί σου, θέλει να επικρατεί. Πφφφφ..
Και τι να κάνεις για να τον διώξεις; Στον άντρα μιλάς για γάμο, δεσμεύσεις, πεθερές και πριν προλάβεις να αρθρώσεις και τις τρείς αυτές λέξεις μαζί, έχει φύγει. Ο φίλος μας, ο πονοκέφαλος, όμως, ό,τι και να του πεις σε αγνοεί. Θα κάνει το δικό του. Οπότε, από αυτό το σημείο και μετά, αναλαμβάνει δράση η επιστήμη. Χαπακώσου και κάτι μπορεί να γίνει. Μα τώρα που το ξανασκέφτομαι....... δεν κατάλαβα..!
Ποιός είσαι εσύ που θα γίνω τζάνκι για την παρτάρα σου; Δεν καταλαβαίνεις Ελληνικά; Φύ-γε. ΦΥΓΕ! Ούστ! Στα τσακίδια! Στον αγύριστο! Να μας γράφεις!

Άντρες, παιδί μου.. Most of them..πεταμένα λεφτά. Ξέρουν μόνο να παίρνουν αυτό που θέλουν, να σε πληγώνουν και να φεύγουν. Στα τσακίδια ρε, και σεις, μαζί με τον πονοκέφαλο! Δεν σας χρειάζομαι. Έχω τις φίλες μου! Μφ..

[παρένθεση: και φίλους έχω. γιατι όταν σε βλέπουν φιλικά, είναι και γαμώ τα παιδιά!]

Και όχι, δεν είμαι φεμινίστρια.. Δηλαδή πιστεύω στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά δεν κατατάσσομαι πουθενά. Μισώ τις ταμπελίτσες. Εάν βρεθεί ένας αξιόλογος άντρας στον διάβα μου, να τον παραδεχτώ. Να τον ερωτευθώ. Να τον προλάβω, μην μου πάρει το κελεπούρι καμία άλλη. Αλλά οι στατιστικές μέχρι στιγμής μελέτες, είναι -επιεικώς- μια σκέτη απογοήτευση. Και, πιστέψτε με, οι καλοί (αν υπάρχουν) είναι πιασμένοι. Και φοράνε βέρα, παρωπίδες, ακριβά ρούχα και φωτοστέφανο. Οπότε τζίφος η φάση. Γι' αυτό σας λέω, κυρίες μου, αφήστε το, το άθλημα "δέσμευση". Ξεκινήστε τρέξιμο ή άλμα εις ύψος. Φύγετε. Προχωρήστε μερικά χρόνια μπροστά. Αφήστε τις γιαγιάδες που σας ονειρεύονται νυφούλες και ελάτε να γίνουμε σαν αυτούς, να τους φύγει η μαγκιά, μπας και ισιώσουν. Εκμεταλλευτείτε τους!! Να δείτε μετά τι όμορφα που θα είναι όλα. Βέβαια ο θεσμός οικογένεια, δεν θα έχει στον ήλιο μοίρα, αλλά μήπως τώρα έχει; Πόσα διαζύγια! Και δεν θα πω οτι φταίνε οι άντρες πάντα. Φταίνε και οι γυναίκες.  Μα τι σημασία έχουν αυτά; Το θέμα είναι να καταλάβουμε όλοι οτι δεν πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτά που δεν θέλουμε να μας κάνουν. Ένα (ίσως το μοναδικό) πράγμα, που συμφώνησα με τον Χριστιανισμό. Σκεφτείτε λίγο έναν κόσμο που οι γυναίκες θα είχαν το πάνω χέρι και θα θεωρείτο και φυσιολογικό. Αυτό είναι το άλλο άκρο. Δεν θα μου άρεσε. Μα σε καμία περίπτωση δεν θα γίνω παιχνιδάκι κανενός. Έχει πολλά παιχνίδια στο jumbo, αγοράκια. Να πάτε να παίξετε αλλού. Η παιδική Χαρά έκλεισε. Έγινε σοκολατερί, και για να μπεις μέσα πρέπει να περάσεις το τεστ δεξιοτήτων. Καλή επιτυχία! Βάση είναι το 99 στα 100.



..5+7

Μιά διαφορετική Αντιγόνη..

Στην αρχή ήταν όλα μπερδεμένα..
Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μικρή Αντιγόνη ήταν τόσο διαφορετική από τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν ήξεραν τι να σκεφτούν. Έφταιγαν εκείνοι? Ήταν ένα παιδί με προβλήματα? Τι θα γίνει όταν πάει στο σχολείο?
Κανείς δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να είναι ένα χαρισματικό παιδί.
Η μικρή Αντιγόνη δεν μιλούσε.. Πρώτη φορά μίλησε λίγο πριν κλείσει τα έξι.
Δηλαδή είχε προσπαθήσει να μιλήσει στα 2, μα μόλις είδε αχανή βλέμματα απ' τους γύρω της, κατάλαβε οτι δεν αρκεί να σκεφτείς αυτό που θέλεις να πεις και να βγάλεις μια κραυγή, γιατί δεν κάνουν έτσι οι υπόλοιποι. Κάτι έκανε λάθος. Ο τρόπος που εξέφραζε αυτό που ήθελε δεν ήταν ο σωστός. Έτσι αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει, μέχρι να είναι σίγουρη πως ό,τι και να πει θα είναι σωστό.
Από τότε και μετά, αυτό που έκανε κατά κύριο λόγο, ήταν να παρατηρεί.. Τους ανθρώπους, την ομιλία τους, τις κινήσεις τους, τα ζώα, τον ουρανό, τα αστέρια, το σκοτάδι..
Καθόταν πάντα ήσυχη στο δωμάτιό της, έπαιζε με τα παιχνίδια της, ζωγράφιζε, τακτοποιούσε τα πράγματά της, κοίταζε έξω απ' το παράθυρο το όμορφο μεγάλο δέντρο και την λίμνη που ήταν πέρα απ' το διπλανό χωράφι. Της άρεσε τόσο να χαζεύει την ανατολή και τη δύση. Την ανατολή δεν την προλάβαινε πάντα, γιατί ήταν και λίγο χουζούρα. Μα πως να ξυπνήσει αυτό το παιδί νωρίς? Την έβαζαν για ύπνο σχεδόν με τη δύση του αγαπημένου της ηλίου, μα εκείνη δεν κοιμόταν. Κοίταζε το φωτεινό αστέρι που της είχε χαρίσει η γιαγιά της και ταξίδευε σε μαγικά μέρη. Ξεχνιόταν με τις ώρες, μέχρι που έκλειναν τα ματάκια της και συνέχιζε το ταξίδι στα όνειρά της.
Λάτρευε να σηκώνεται το πρωί, να τρέχει κάτω στην κουζίνα και να τρώει πρωινό με τους γονείς της. Φρεσκοψημένο ψωμί με μαρμελάδα και ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα. Αν το φλιτζάνι δεν ήταν το δικό της, εκείνο το μαύρο που είχε διαλέξει μόνη της από την αγορά (δείχνοντάς το επίμονα στην μητέρα της, μέχρι να το πάρει), δεν έπινε με τίποτα. Η μητέρα, σηκωνόταν πριν την αυγή και έψηνε το ψωμί, ενώ παράλληλα έκανε δουλειές στο διώροφο πανέμορφο σπίτι τους.
Η εντυπωσιακή αυλή με τα λουλούδια και τα δέντρα, το ξύλινο σπίτι με την βεράντα στο πλάι, που το απόγευμα έπεφτε ο ήλιος και δημιουργούσε μια θαλπωρή, η κούνια κάτω από το μεγάλο δέντρο, η πόρτα με το κουδουνάκι και την αραχνοΰφαντη κουρτινίτσα, η είσοδος με τα επιβλητικά κάδρα, η κουνιστή καρέκλα, το γραμμόφωνο, η ξύλινη σκάλα, η κουζίνα που ξεχείλιζε από μυρωδιές.. ήταν όλα τόσο όμορφα.. Ειδικά την άνοιξη. Η άνοιξη ήταν η αγαπημένη εποχή της Αντιγόνης, γιατί άνθιζαν τα λουλούδια. Μα δεν την χαροποιούσαν τόσο τα ίδια τα λουλούδια, όσο η ευωδία τους. Που μόλις άνοιγες τα πατζούρια, έμπαινε μέσα σε όλο το σπίτι και το έκανε ακόμα πιό αξιολάτρευτο.
Έτσι μεγάλωσε η Αντιγόνη. Στην εξοχή. Σε ένα μέρος που θύμιζε το μικρό σπίτι στο λιβάδι, μα ήταν διαφορετικό κατά βάθος. Το δικό τους, ξεχώριζε από τα υπόλοιπα σπίτια και ήταν πάντα ανοιχτό για συγγενείς και φίλους. Κάθε μέρα υπήρχε στο τραπέζι ένα παραπάνω πιάτο φαγητό και όλο και κάποιος από αυτούς θα βρισκόταν να το φάει, ενώ συζητούσε με τους γονείς της Αντιγόνης για τα νέα απ' την πόλη, τον καιρό, τα ζώα, την εκκλησία και τα προβλήματα των εκάστοτε ημερών.
Τον Αύγουστο, 2 μήνες πριν κλείσει τα 6 της χρόνια, έκανε ένα μεγάλο δώρο στους δικούς της. Μίλησε. Επιτέλους το παιδί μίλησε! Το έμαθε όλο το χωριό και όλη η πόλη. Ήταν το νέο της εβδομάδας, αν όχι του μήνα. Περάστηκε πολύ πιο αδιάφορα το μεγάλο πρόβλημα ξηρασίας της φετινής σοδειάς. Όλο το καλοκαίρι, ούτε μια σταγόνα βροχή. Μα αυτά είναι θέματα που αφορούν όλους τους κατοίκους, οπότε δεν είχες να συζητήσεις και κάτι καινούργιο, πάνω σε αυτό. Ενώ η μικρή, της Βασιλικής και του Θοδωρή, είναι κάτι το απίστευτο. Τι φήμες είχαν ακουστεί κατά καιρούς απ' τις κακοπροαίρετες του χωριού..
Οτι πάσχει από μια σπάνια νόσο και έχει νοητική καθυστέρηση. Οτι την έδερνε ο πατέρας της και απ' τον φόβο της δεν μιλάει. Οτι η μαμή που ξεγέννησε την κυρά Βασιλική έκανε ένα ανεπανόρθωτο λάθος και το παιδί θα μείνει για πάντα κωφάλαλο. Χωριάτικες βλακείες. Τόσα ήξεραν, τόσα έλεγαν.
Η πρώτη της φράση, λοιπόν, ήρθε ένα ζεστό βράδυ του καλοκαιριού, την ώρα που η μητέρα της την έκανε μπάνιο, πριν της πει οτι ήρθε η ώρα για ύπνο. Η Αντιγόνη, στην αρχή ντράπηκε, μα με τον θόρυβο του νερού ήξερε ότι και να κάνει κάποιο μικρό λάθος, δεν θα ακουστεί και πολύ καθαρά. Πήρε απ' τα χέρια της μητέρας της το σαπούνι και της είπε όλο καμάρι "Μητέρα, μεγάλωσα. Μπορώ να κάνω πιά μπάνιο μόνη μου. Νομίζω θα τα καταφέρω καλά.".
Η δόλια η Βασιλική έμεινε άφωνη και δεν κατάφερε να κρατήσει τα δάκρυά της. Έτσι όπως ήταν η Αντιγόνη μέσα στις σαπουνάδες την αγκάλιασε με τόση στοργή και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί! Έπειτα έτρεξε στον άντρα της και προσπάθησε να του εξηγήσει..
"Θο.. Θοδωρή.. Θοδωρή το παιδί μας!! Το παιδί μίλησε! Η Αντιγόνη μας τα κατάφερε, μ' ακούς???"
Τον αγκάλιασε κι εκείνον, γεμίζοντας τον σαπουνάδες. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγα λεπτά και ψιθύριζαν ο ένας στο αυτί του άλλου λόγια χαράς..
Από εκείνη την ημέρα και μετά, η Αντιγόνη μιλούσε κανονικά, μα μόνο όταν έκρινε ότι έχει να πει κάτι άξιο προσοχής. Ποτέ δεν έλεγε κάτι χωρίς ιδιαίτερο νόημα, γιατι το έβρισκε περιττό.
Στο σχολείο, δεν αντιμετώπιζε ποτέ πρόβλημα με τα μαθήματα. Αντιθέτως.
Το μόνο αρνητικό ήταν πως τα άλλα παιδιά την έβρισκαν κάπως απόμακρη. Μα ήταν τόσο αξιολάτρευτο παιδί, που δεν μπορούσαν ούτε να την κοροϊδέψουν, ούτε να την φέρουν σε δύσκολη θέση, όπως κάνουν τα παιδιά (επιπόλαια), σε αυτές τις ηλικίες. Την αγαπούσαν, μα προτιμούσαν να μην παίζουν μαζί της γιατι τους άρεσαν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η Αντιγόνη στο διάλειμμα έκανε ό,τι έκανε τόσα χρόνια.. Παρατηρούσε. Είτε τα υπόλοιπα παιδιά, είτε την δασκάλα, είτε τις εικόνες που είχαν τα βιβλία μέσα, είτε την υδρόγειο σφαίρα που υπήρχε στην έδρα για το μάθημα της Γεωγραφίας..
Μια μέρα, έπιασε με τα δύο της χεράκια την υδρόγειο και την στριφογύρισε. Κράτησε σταθερό σε ένα σημείο, 2 εκατοστά από την επιφάνεια της σφαίρας, τον δείκτη της, και περίμενε να σταματήσει η υδρόγειος για να δει το μέρος το οποίο αυτός θα σημαδεύει. Το μέρος αυτό βρισκόταν κάπου στην Αφρική και είχε πολύ περίεργο όνομα. Της ήταν δύσκολο να το θυμάται, μα θυμόταν με ακρίβεια που ήταν αυτό στον χάρτη.
Τα επόμενα χρόνια, η Αντιγόνη μεγάλωνε σωματικά και πνευματικά, μα οι συνήθειές της δεν άλλαξαν ποτέ. Και δεν τις βαρέθηκε ποτέ. Όσο ήταν μικρούλα, εκτός από τα μαθήματά της διάβαζε και πολλά παραμύθια. Λάτρευε να κάθεται δίπλα στο τζάκι και να ακούει τον παππού της, να της αφηγείται ιστορίες. Της άρεσε να βάζει τη δικιά της πινελιά σε όλα αυτά, οπότε τα φανταζόταν όλα με μορφές, χρώματα, μυρωδιές, φωνές, τοπία και πρόσωπα. Όταν μεγάλωσε λίγο, ξεκίνησε να διαβάζει μυθιστορήματα, βιβλία λογοτεχνικά, μυστηρίου, αγάπης, πολέμου, πολιτικά, θρησκευτικά, φιλίας.. Ό,τι έπεφτε στα χέρια της το διάβαζε.
Στα 13 ένιωσε για πρώτη φορά αυτές τις πεταλούδες στο στομάχι και η καρδιά της χτύπησε ασυνήθιστα γρήγορα, χωρίς ρυθμό. Πρώτη φορά βρήκε ενδιαφέρον σε κάτι άλλο που ανήκε έξω απ' τον -μέχρι τότε- μικρόκοσμό της.
Στα 17 έφυγε από το όμορφο σπίτι της, καθώς την δέχτηκαν με υποτροφία σε ένα ξένο Πανεπιστήμιο, που ειδικευόταν στην ιατρική. Της έλειπαν οι δικοί της.. Της έλειπε το σπίτι, η κούνια, η λίμνη, ο παιδικός της έρωτας, το αστεράκι που είχε στο δωμάτιό της. Το μόνο που δεν της έλειπε ήταν η μαύρη κούπα, η οποία ήταν ένα απ' τα πρώτα αντικείμενα που έβαλε στην βαλίτσα της, μόλις έμαθε για την υποτροφία.
Οι γονείς της δούλευαν σκληρά για να μπορεί η αγαπημένη τους κόρη να ζει με αξιοπρέπεια στο εξωτερικό. Μα πάντα τους σκεφτόταν και εκτιμούσε πολύ τον κόπο τους. Τους έγραφε κάθε Κυριακή, που ξέκλεβε λίγο χρόνο απ' τη μελέτη.
Η ζωή στο εξωτερικό ήταν πολύ όμορφη, καθώς η Αντιγόνη βρήκε τόσα καινούργια πράγματα για να παρατηρεί. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετική κουλτούρα, ξένη γλώσσα, άλλες συνήθειες, άλλα φαγητά..
Κάθε μέρα, ανακάλυπτε και κάτι το καινούργιο. Μια μέρα, ανακάλυψε ένα λουλούδι στο γραμματοκιβώτιό της. Ξαφνιάστηκε, γιατι δεν μπορούσε να σκεφτεί ποιος μπορεί να το έβαλε εκεί. Μετά από λίγο καιρό κατάλαβε. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να σηκώσει επιτέλους το βλέμμα της από το βιβλίο, εκεί που καθόταν στο πάρκο κάθε απόγευμα και διάβαζε. Ευτυχώς που ήταν παρατηρητική από μικρή, γιατί αλλιώς δεν θα έβλεπε τίποτα. Το μυαλό της ήταν πάντα αλλού. Είδε, λοιπόν, δύο εκφραστικά πράσινα μάτια, μέσα από ένα ζευγάρι καλοπεριποιημένα μαύρα γυαλιά μοιωπίας. Τα μάτια αυτά ανήκαν σε έναν συμφοιτητή της, που είχε έρθει από την Ισπανία για να σπουδάσει, όπως και εκείνη. Δεν είχε ξαναδεί πιο γοητευτικό βλέμμα ποτέ της. Ένιωσε μια ρίγη να διαπερνά όλο της το σώμα. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί ξανά στο βιβλίο της κι έτσι αποφάσισε να το κλείσει, να το αφήσει στο καλάθι του ποδηλάτου της, που ήταν εκεί δίπλα, και να φάει το πράσινο μήλο που πάντα κρατούσε μαζί της, για κολατσιό. Μα δεν κατέβαινε μπουκιά. Πάλι οι πεταλούδες. Αυτές οι πεταλούδες... Σε αναστατώνουν τόσο πολύ. Σου γεμίζουν το κεφάλι μουσική, ζαλάδα, μέθη, αρώματα και ευφορία.
Άφησε αμήχανα το μήλο και αυτό κατρακύλησε στο γρασίδι. Εκείνος πήγε και το έπιασε και την πλησίασε. Ήταν αποφασισμένος να την προσεγγίσει, επιτέλους. Τόσους μήνες, την βλέπει στον ύπνο του κάθε βράδυ. Δεν του έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο. Και το θεωρεί σημάδι. Όχι από κάποιον θεό. Δεν πιστεύει και πολύ σε αυτά, όπως και η Αντιγόνη. Σημάδι από κάποια δύναμη που δεν ερμηνεύεται. Μοίρα? Πεπρωμένο? Απλή έλξη? Ποιός ξέρει? Και, στην τελική, ποιός νοιάζεται?
[...]
Η Αντιγόνη και ο Marcos σήμερα έχουν τρία παιδιά. Και ζούν στην Αφρική, σε ένα μέρος ...με πολύ περίεργο όνομα..
Δουλεύουν και οι δύο σε μια κλινική που έφτιαξαν με μεράκι, ερευνώντας θεραπείες για τις αρρώστειες των αναπτυσσόμενων χωρών.
Και είναι πολύ αγαπημένοι. Κάθε καλοκαίρι, ξεκλέβουν λίγες μέρες και πηγαίνουν πρώτα στην Ελλάδα, στο χωριό της Αντιγόνης, για να δούν τα πιτσιρίκια (και όχι μόνο) τον παππού και τη γιαγιά και έπειτα στην Ισπανία, στην Villena, για να επισκεφτούν την υπόλοιπη οικογένεια.
Οι έρευνές τους και η φροντίδα που παρέχουν καθημερινά σε ανθρώπους που το χρειάζονται, έχουν σώσει εκατοντάδες από αυτούς από βέβαιο θάνατο. Και εκείνοι, με τη σειρά τους, νιώθουν αμέτρητη ευγνωμοσύνη για τους σωτήρες τους. Και δεν ξέρουν ότι το μόνο που εκείνοι θέλουν ως αντάλλαγμα, δεν είναι λόγια, δεν είναι δώρα..είναι ένα βλέμμα αισιοδοξίας, που θα τους δώσει δύναμη να συνεχίσουν.. Χωρίς περιττά λόγια. Μα με πράξεις αγάπης.

les enfants..✰

Πόσο αθώα είναι τα παιδιά?
Δυστυχώς ή ευτυχώς, στις μέρες μας τα παιδιά δεν είναι και τόσο αθώα. Καταλαβαίνουν πολλά.
Αρκεί ένα βλέμμα για να συνειδητοποιήσουν ότι η ζωή δεν είναι σαν τα παραμύθια. Δεν νικούν πάντα οι καλοί..
Μα η φύση των παιδιών είναι τέτοια που τους προφυλάσσει από την ωμότητα αυτού του κόσμου. Μπορεί να αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα δεν είναι ιδανικά, μα ξέρουν να ξεγελούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Και στη συνέχεια, με μια αφελή κίνηση ή ερώτησή τους, σε σκλαβώνουν. Και σου θυμίζουν ότι τελικά δεν είναι τόσο άσχημη η ζωή. Αρκεί να ξέρεις να εκτιμάς. Ένα παιδικό γέλιο, μία ζαβολιά, ένας παιδικός έρωτας, τα πρώτα βήματα, η πρώτη μέρα στο σχολείο, μια ζωγραφιά.. σου δείχνουν τι είναι πραγματικά ζωή. Ζωή είναι τα παιδιά. Γιατί τα παιδιά ξέρουν να ζουν. Ξέρουν να βρίσκουν τρόπους να περνούν καλά, ακόμα και όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν. Ξέρουν να ρωτούν, για να μάθουν, χωρίς φόβο. Έχουν περιέργεια για τη ζωή. Θέλουν να ζήσουν. Να παίξουν, να πέσουν με το ποδήλατο, να χτυπήσουν, να πονέσουν, να κλάψουν, να αγκαλιάσουν, να ονειρευτούν, να συγχωρέσουν, να μαγευτούν με ένα παραμύθι, να νιώσουν χρήσιμα.
Αχ, τα παιδιά.. τα παιδιά είναι το πιό όμορφο και πολύτιμο δώρο!