Και κάνεις το λάθος. Δίνεις ραντεβού για κάτι υπογραφές με έναν καθηγητή της σχολής σου την ημέρα που έχουν όλα τα μέσα -και τα έξω- απεργία. Και τα ταξί. Και φυσικά την ώρα που προτείνει εκείνος, δηλαδή την ώρα μεγαλύτερης αιχμής. Φάκιν γέα!
'Δε βαριέσαι;', σκέφτεσαι, και ξεκινάς μια ώρα νωρίτερα για την απόσταση των 15 λεπτών, ξέροντας οτι τα 15 αυτά λεπτά θα γίνουν περισσότερα, λόγω κίνησης.
Έχεις ξενυχτήσει το προηγούμενο βράδυ. Σου λείπει ύπνος. Και ο καφές, ο αγαπημένος σου και ιδανικός σύντροφος τούτες τις δύσκολες στιγμές, απαγορευμένος. Γιατί; Διότι αποφάσισες να μαζοχιστείς, ξεκινώντας ομοιοπαθητική. Και γιατί ξεκίνησες ομοιοπαθητική; Μάλλον για να έχει ένα λόγο παραπάνω η Ματινάνγκα να σε κοροϊδεύει. Εκείνη δε βρίσκει άλλο λόγο, αν τη ρωτήσεις.
"Ου ου ου γιατροσόφια και ματζούνια μπλα μπλα αυθυποβολή πιρι πιρι ανούσια ταλαιπωρία χαχαχα τι αστείο κρα κρα κρα κρααααααα".
Πάάάάάρε να' χεις. Να θυμηθώ να μην γκρινιάξω ποτέ ξανά μπροστά στη Ματίνα για την απεξάρτησή μου. Και να κλείσω το φούρνο.
Τέλος πάντων. Συνεχίζω.
Βγαίνεις στη Μεσογείων και πήζοντας στην κίνηση και κάνοντας μισό χιλιοστό ασφάλτου μέσα σε 4 ώρες.. -τι παράλογο- ΒΑΡΙΕΣΑΙ.
Και ξεκινάς να παρατηρείς τους άλλους τρελούς που πάνε στις δουλειές τους και αναρωτιέσαι τι να κάνουν στη ζωή τους όλοι αυτοί. Είναι παντρεμένοι; Έχουν παιδιά; Τι δουλειά κάνουν; Καπνίζουν; Τι ψηφίζουν; Τους αρέσουν οι μπάμιες; Κάνουν σεξ; Κάθε πότε; Κοιμούνται ανάσκελα;
[...]
Κοιτάς αριστερά και βλέπεις μια νυσταγμένη μούρη που χασμουριέται και αγναντεύει το υπερπέραν. Που να πηγαίνει αυτός; Για να χασμουριέται, δεν έχει αργήσει ακόμα. Έννοια σου, και θα αργήσει. Εκτός αν το ραντεβού του είναι μεθαύριο.
Κοιτάς τον δεξιά. Του φτιάχνεις κι εκείνου ένα προφίλ. Προφανώς φαντάζεσαι πολλά πράγματα. Διεστραμένα και μη. Στιγμιαία, αναρωτιέσαι αν έχεσε σήμερα. Κάποιος κεφάτος θα μπορούσε να έχει χέσει. Εκείνος που θα κορνάρει πρώτος, σίγουρα έχει στουμπώσει και έχει νεύρα.
Μετά, θα σου διακόψει τις σκέψεις ένα ακόμα μηχανάκι που είναι έτοιμο να πάρει μαζί του τον καθρέφτη σου. Και σφίγγεσαι μέχρι να ακούσεις το κρατς αλλά τελικά χωρούσε. Πάντα χωράνε. Όπως τα κουνούπια απ' τις χαραμάδες τα καλοκαίρια.
Μερικές φορές σε τσαντίζουν γιατι φεύγουν. Που πας κύριέ μου; Κάτσε κι εσύ εδώ να πήξουμε μαζί! Χώνεσαι όλο επιδεικτικότητα ανάμεσά μας και μας αφήνεις και φεύγεις; Που πας δηλαδή; Που θα βρεις καλύτερα; Και σε εκείνο το σημείο είναι που σκέφτεσαι να ανοίξεις ξαφνικά την πόρτα σου στον επόμενο που θα δεις να πλησιάζει. Αλλά μετά αποφασίζεις οτι είναι πολύ κακά όλα αυτά που σκέφτεσαι και βαριέσαι να χαλάσεις την πόρτα σου και τη μούρη του μηχανάκια και να μπλέκεις με ασφαλιστικές. Επομένως, κοιτάς το ρολόι για να ξεχαστείς. Παπάρια. Βλέπεις οτι άργησες ήδη και είσαι περίπου 3 μέτρα πιο πέρα από εκεί που ξεκίνησες.
Και εκεί που απελπίζεσαι και γκρινιάζεις από μέσα σου (ενίοτε και απ' έξω σου και σε φαντάζονται οι διπλανοί ως μια ψυχασθενή πρεζού που παραμιλάει) βλέπεις τον ούμπερ γέρο στο πίσω όχημα, απ' τον κεντρικό καθρέφτη. Ο γέρος αυτός μασάει αστεία. Και ασταμάτητα. Στην αρχή πιστεύεις οτι τρώει το κολατσιό του και τον βρίσκεις πολύ μπροστά. Αράζεις που αράζεις, κάνε και κάτι χρήσιμο.
ΑΛΛΑ ΟΧΙ! Αυτός ο γέρος δε μασάει το φαΐ του. Ούτε τσίχλα. Δε μασιέται έτσι μια τσίχλα, όσο και αν προσπαθήσεις.
Συνειδητοποιείς πως μόλις έχεις ανακαλύψει ένα νέο είδος γέρου.
Το μηρυκαστικό γέρο. Μασουλάει επί τουλάχιστον μισή ώρα, όση ώρα δηλαδή τον παρατηρείς. Θα μπορούσε να έχει μασουλήσει 3 αγριογούρουνα τόση ώρα, με χαρακτηριστική άνεση. Όμως εκείνος δε βάζει κάτι στο στόμα του. Απλά μασάει χωρίς σταματημό. Και επειδή η πλήξη σου αγγίζει τα θανάσιμα επίπεδα, φαντάζεσαι ακρούλες από γκαζόν να βγαίνουν ατίθασα απ΄το πλάι του στόματός του, όπως στην κατσίκα. Και αυτόματα μεταφέρεις την εικόνα στην αυλή του σπιτιού του. Που κάθε πρωί βγαίνει, βοσκάει και φεύγει για τη δουλειά του, ξέροντας οτι θα συνεχίσει το γεύμα στο αυτοκίνητο.
Και αυτή είναι μια ωραία εικόνα.
Μετά από λίγο, ο μπροστινός γέρος πάνω στον ενθουσιασμό που κουνήθηκε ο -δικός του- μπροστινός, πάει να ξεκινήσει και του σβήνει. Έντρομος, μην πέσω πάνω του, αντί να πατήσει ένα αλάρμ ή να μου κάνει κάποιο νόημα, βγάζει το αριστερό χέρι απ το παράθυρο και κάνει έναν ΚΑΘΑΡΑ ναζιστικό χαιρετισμό, τύπου χάιλ χίτλερ. Τεντώνει το χέρι μπροστά και λίγο αριστερά, ξαναβάζει μπρος και ξεκινάμε.
Και αυτή είναι μια ωραία μέρα.



